περί
•
- για αριθμόκοντά σε, περίπου Βικιλεξικό
- Ήμασταν περί τα 200 άτομα στην συγκέντρωση.
- σχετικά με κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- Δεν ήξερα περί τίνος πρόκειται.
- 2022 Χρήστος Μπολώσης, Μακρόν προ βραχέως περισπάται…
Ετυμολογία
περί < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική περῐ́
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →