Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιγραπτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί κάποιος να τον περιγράψει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιγραπτός<περιγράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριγραπτόςπεριγραπτήπεριγραπτό
Γενικήπεριγραπτούπεριγραπτήςπεριγραπτού
Αιτιατικήπεριγραπτόπεριγραπτήπεριγραπτό
Κλητικήπεριγραπτέπεριγραπτήπεριγραπτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριγραπτοίπεριγραπτέςπεριγραπτά
Γενικήπεριγραπτώνπεριγραπτώνπεριγραπτών
Αιτιατικήπεριγραπτούςπεριγραπτέςπεριγραπτά
Κλητικήπεριγραπτοίπεριγραπτέςπεριγραπτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

περίγραπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σαφές περίγραμμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίγραπτος < περιγράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίγραπτοςπερίγραπτηπερίγραπτο
Γενικήπερίγραπτουπερίγραπτηςπερίγραπτου
Αιτιατικήπερίγραπτοπερίγραπτηπερίγραπτο
Κλητικήπερίγραπτεπερίγραπτηπερίγραπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίγραπτοιπερίγραπτεςπερίγραπτα
Γενικήπερίγραπτωνπερίγραπτωνπερίγραπτων
Αιτιατικήπερίγραπτουςπερίγραπτεςπερίγραπτα
Κλητικήπερίγραπτοιπερίγραπτεςπερίγραπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →