Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίεργος

/peˈɾi.eɾ.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και για υποθέσεις που δεν τον αφορούν Βικιλεξικό
    • είμαι περίεργος να μάθω τι απέγινε με κείνη την ιστορία...
    • μη γίνεσαι τόσο περίεργος, καταντά αδιακρισία
  2. που μας κινεί την περιέργεια λόγω της ιδιαιτερότητάς του ή μας προκαλεί ανησυχία ή καχυποψία Βικιλεξικό
    • Είναι περίεργος άνθρωπος, λίγο δύστροπος, αλλά με καλές προθέσεις.
    • Το ενδιαφέρον του για τις συναλλαγές της εταιρείας μας είναι κάπως περίεργο, για να μην πω ύποπτο.
  3. που έχει παράδοξη συμπεριφορά (συνήθως αρνητική σημασία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίεργος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περίεργος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική περίεργος (ερευνητικός) < περί + ἔργον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίεργοςπερίεργηπερίεργο
Γενικήπερίεργουπερίεργηςπερίεργου
Αιτιατικήπερίεργοπερίεργηπερίεργο
Κλητικήπερίεργεπερίεργηπερίεργο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίεργοιπερίεργεςπερίεργα
Γενικήπερίεργωνπερίεργωνπερίεργων
Αιτιατικήπερίεργουςπερίεργεςπερίεργα
Κλητικήπερίεργοιπερίεργεςπερίεργα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →