περίεργος
•
- που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και για υποθέσεις που δεν τον αφορούν Βικιλεξικό
- είμαι περίεργος να μάθω τι απέγινε με κείνη την ιστορία...
- μη γίνεσαι τόσο περίεργος, καταντά αδιακρισία
- που μας κινεί την περιέργεια λόγω της ιδιαιτερότητάς του ή μας προκαλεί ανησυχία ή καχυποψία Βικιλεξικό
- Είναι περίεργος άνθρωπος, λίγο δύστροπος, αλλά με καλές προθέσεις.
- Το ενδιαφέρον του για τις συναλλαγές της εταιρείας μας είναι κάπως περίεργο, για να μην πω ύποπτο.
- που έχει παράδοξη συμπεριφορά (συνήθως αρνητική σημασία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περίεργος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περίεργος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική περίεργος (ερευνητικός) < περί + ἔργον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περίεργος | περίεργη | περίεργο |
| Γενική | περίεργου | περίεργης | περίεργου |
| Αιτιατική | περίεργο | περίεργη | περίεργο |
| Κλητική | περίεργε | περίεργη | περίεργο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περίεργοι | περίεργες | περίεργα |
| Γενική | περίεργων | περίεργων | περίεργων |
| Αιτιατική | περίεργους | περίεργες | περίεργα |
| Κλητική | περίεργοι | περίεργες | περίεργα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →