περίθαλψη
•
- ιατρικήη παροχή βοήθειας και φροντίδας, η περιποίηση κάποιου Βικιλεξικό
- η περίθαλψη των προσφύγων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη
Ετυμολογία
περίθαλψη < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική περίθαλ(ψις) (περί-θαλπ- + -σις > -ψις > -ψη< ελληνιστική κοινή περιθάλπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περίθαλψη | περιθάλψεις |
| Γενική | περίθαλψης | περιθάλψεων |
| Αιτιατική | περίθαλψη | περιθάλψεις |
| Κλητική | περίθαλψη | περιθάλψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →