Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίκλειση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχαιοπρεπέςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικλείω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίκλειση < ελληνιστική κοινή περίκλεισις < αρχαία ελληνική περικλείω < περί + κλείω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερίκλεισηπερικλείσεις
Γενικήπερίκλεισηςπερικλείσεων
Αιτιατικήπερίκλεισηπερικλείσεις
Κλητικήπερίκλεισηπερικλείσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →