περίκλειση
•
- αρχαιοπρεπέςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικλείω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περίκλειση < ελληνιστική κοινή περίκλεισις < αρχαία ελληνική περικλείω < περί + κλείω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περίκλειση | περικλείσεις |
| Γενική | περίκλεισης | περικλείσεων |
| Αιτιατική | περίκλειση | περικλείσεις |
| Κλητική | περίκλειση | περικλείσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →