περίκομψος
•
- λόγιοο πολύ κομψός Βικιλεξικό
- λόγιοο κομψός με επιτηδευμένο ή εξεζητημένο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περίκομψος < αρχαία ελληνική περίκομψος περί- + κομψός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περίκομψος | περίκομψη | περίκομψο |
| Γενική | περίκομψου | περίκομψης | περίκομψου |
| Αιτιατική | περίκομψο | περίκομψη | περίκομψο |
| Κλητική | περίκομψε | περίκομψη | περίκομψο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περίκομψοι | περίκομψες | περίκομψα |
| Γενική | περίκομψων | περίκομψων | περίκομψων |
| Αιτιατική | περίκομψους | περίκομψες | περίκομψα |
| Κλητική | περίκομψοι | περίκομψες | περίκομψα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →