Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίκομψος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοο πολύ κομψός Βικιλεξικό
  2. λόγιοο κομψός με επιτηδευμένο ή εξεζητημένο τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίκομψος < αρχαία ελληνική περίκομψος περί- + κομψός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίκομψοςπερίκομψηπερίκομψο
Γενικήπερίκομψουπερίκομψηςπερίκομψου
Αιτιατικήπερίκομψοπερίκομψηπερίκομψο
Κλητικήπερίκομψεπερίκομψηπερίκομψο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίκομψοιπερίκομψεςπερίκομψα
Γενικήπερίκομψωνπερίκομψωνπερίκομψων
Αιτιατικήπερίκομψουςπερίκομψεςπερίκομψα
Κλητικήπερίκομψοιπερίκομψεςπερίκομψα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →