περίπλεξη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιπλέκω Βικιλεξικό
- φυσικήη (κβαντική) διεμπλοκή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περίπλεξη < ελληνιστική κοινή περίπλεξις < αρχαία ελληνική περιπλέκω < περί + πλέκω ((φυσική) (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική entanglement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περίπλεξη | περιπλέξεις |
| Γενική | περίπλεξης | περιπλέξεων |
| Αιτιατική | περίπλεξη | περιπλέξεις |
| Κλητική | περίπλεξη | περιπλέξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →