Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίσκεπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςο πολύ σκεπτικός, που έχει βυθιστεί σε σκέψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίσκεπτος < αρχαία ελληνική περίσκεπτος < περισκέπτομαι < περί + σκέπτομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίσκεπτοςπερίσκεπτηπερίσκεπτο
Γενικήπερίσκεπτουπερίσκεπτηςπερίσκεπτου
Αιτιατικήπερίσκεπτοπερίσκεπτηπερίσκεπτο
Κλητικήπερίσκεπτεπερίσκεπτηπερίσκεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίσκεπτοιπερίσκεπτεςπερίσκεπτα
Γενικήπερίσκεπτωνπερίσκεπτωνπερίσκεπτων
Αιτιατικήπερίσκεπτουςπερίσκεπτεςπερίσκεπτα
Κλητικήπερίσκεπτοιπερίσκεπτεςπερίσκεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →