Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίστωο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήο χώρος με στοές ή άλλες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις που περιμετρικά περιβάλλει κάποιον ναό Βικιλεξικό
    • Ο X. Μπούρας υποστηρίζει πως ναοί με τρούλο και περίστωο σχήματος πι σε κάτοψη, μιμούμενοι την Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης, είναι γνωστοί μόνο σε δύο παραδείγματα, στην Κουντουριώτισσα Πιερίας και στην εκκλησία της Πύδνας και σχολιάζει πως για άγνωστη αιτία ο τύπος αυτός δεν έτυχε αποδοχής και ευρύτερης διάδοσης. Όσον αφορά το ναό της Κοίμησης στην Ολυμπιώτισσα της Ελασσόνας ο καθηγητής υποστηρίζει πως το μνημείο παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με τα μνημεία της Θεσσαλονίκης τόσο από πλευράς τυπολογίας όσο και αρχιτεκτονικών μορφών, καθώς ο ναός έχει ψηλές αναλογίες, σε αντίθεση με το ταπεινό περίστωο, ο τρούλος είναι ραδινός και η αψίδα του ιερού κοσμείται με κεραμοπλαστικό διάκοσμο, τον οποίο συναντούμε στα παλαιολόγεια μνημεία της Θεσσαλονίκης. (Άρτεμις Κατσουλάκη, Ναός με τρούλο και περίστωο: μορφολογική και τυπολογική διερεύνηση, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, σελ. 5)

Ετυμολογία

περίστωο < ελληνιστική κοινή περίστῳον / περιστόϊον < αρχαία ελληνική περί + στῳά / στοά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερίστωοπερίστωα
Γενικήπερίστωου / περιστώουπερίστωων / περιστώων
Αιτιατικήπερίστωοπερίστωα
Κλητικήπερίστωοπερίστωα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →