Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίτμητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του έχουν κάνει περιτομή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίτμητος < ελληνιστική κοινή περιτμητός < αρχαία ελληνική περιτέμνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίτμητοςπερίτμητηπερίτμητο
Γενικήπερίτμητουπερίτμητηςπερίτμητου
Αιτιατικήπερίτμητοπερίτμητηπερίτμητο
Κλητικήπερίτμητεπερίτμητηπερίτμητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίτμητοιπερίτμητεςπερίτμητα
Γενικήπερίτμητωνπερίτμητωνπερίτμητων
Αιτιατικήπερίτμητουςπερίτμητεςπερίτμητα
Κλητικήπερίτμητοιπερίτμητεςπερίτμητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →