Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίτρανος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοπου είναι πάρα πολύ φανερός ώστε να μην αμφισβητείται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίτρανος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περίτρανος < περί- + τρανός (αρχαία ελληνική τρανής)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίτρανοςπερίτρανηπερίτρανο
Γενικήπερίτρανουπερίτρανηςπερίτρανου
Αιτιατικήπερίτρανοπερίτρανηπερίτρανο
Κλητικήπερίτρανεπερίτρανηπερίτρανο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίτρανοιπερίτρανεςπερίτρανα
Γενικήπερίτρανωνπερίτρανωνπερίτρανων
Αιτιατικήπερίτρανουςπερίτρανεςπερίτρανα
Κλητικήπερίτρανοιπερίτρανεςπερίτρανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →