Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίτριμμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυτό που αποβάλλεται με τριβή από κάτι, απότριμμα, θρύμμα, απόρριμα Βικιλεξικό
    • Με τα περιτρίμματα της κομματοκρατίας θα ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη εταίρων και αγορών;(Στέφανος Κασιμάτης, Τα περιτρίμματα του κομματικού συστήματος, Η Καθημερινή, 09/12/2012 https://www.kathimerini.gr/opinion/733044/ta-peritrimmata-toy-kommatikoy-systimatos-2/)
  2. απόβρασμα τής κοινωνίας, σκουπίδι, κάθαρμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίτριμμα < περί- + τρίμμα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερίτριμμαπεριτρίμματα
Γενικήπεριτρίμματοςπεριτριμμάτων
Αιτιατικήπερίτριμμαπεριτρίμματα
Κλητικήπερίτριμμαπεριτρίμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →