περίχωρα
•
- οι περιοχές που περιβάλλουν ένα οικιστικό σύνολο Βικιλεξικό
- Ο Περικλάκιας, λαμβάνοντας αυτοδίκαια την αρχηγία, διέταξε τα «παλληκάρια» να κατεβάσουν τη «χαμομήλω», διότι ο κύριος ήταν ο Ρωμαίος Αγγουλές, ο «άρχων» του Κεραμεικού και των περιχώρων, ο οποίος 'ξηγήθηκε μπεσαλίδικα στο αδέρφι τον Τρομάρα και γλίτωσε εκείνος της φυλακής τα σίδερα. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
περίχωρα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περίχωρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περίχωρα | περίχωρα |
| Γενική | — | περιχώρων |
| Αιτιατική | — | περίχωρα |
| Κλητική | — | περίχωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →