περαματάρης
•
- παρωχημένοο οδηγός ενός περάματος, μιας βάρκας που λειτουργεί ως πορθμείο Βικιλεξικό
- Καὶ τώρα δὲν τοῦ συχωρεῖ τ’ Ἅδη ὁ περαματάρης / Τὸ βάλτο πάλι νὰ διαβεῖ ποῦ τοὔκοφτε τὸ δρόμο. (Βιργίλιος, Γεωργικά, Βιβλίο Δ (μτφ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης)
Ετυμολογία
περαματάρης < περαματ + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περαματάρης | περαματάρηδες |
| Γενική | περαματάρη | περαματάρηδων |
| Αιτιατική | περαματάρη | περαματάρηδες |
| Κλητική | περαματάρη | περαματάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →