περασιά
•
- μέρος από όπου μπορεί κάποιος να περάσει Βικιλεξικό
- τοποθέτηση αντικειμένων σε νοητή ευθεία, οριζόντια ή κάθετα Βικιλεξικό
- είναι περασιά με το οριζόντιο δοκάρι της πόρτας
- τυπογραφίανοητή ευθεία στην οποία ευθυγραμμίζονται τα αντικείμενα Βικιλεξικό
- θα έχει περασιά στους έξι πόντους από τις άκρες της σελίδας
- ειδικότεραστοίχιση Βικιλεξικό
- αριστερή περασιά
Ετυμολογία
περασιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περασιά | περασιές |
| Γενική | περασιάς | περασιών |
| Αιτιατική | περασιά | περασιές |
| Κλητική | περασιά | περασιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →