Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περασιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μέρος από όπου μπορεί κάποιος να περάσει Βικιλεξικό
  2. τοποθέτηση αντικειμένων σε νοητή ευθεία, οριζόντια ή κάθετα Βικιλεξικό
    • είναι περασιά με το οριζόντιο δοκάρι της πόρτας
  3. τυπογραφίανοητή ευθεία στην οποία ευθυγραμμίζονται τα αντικείμενα Βικιλεξικό
    • θα έχει περασιά στους έξι πόντους από τις άκρες της σελίδας
  4. ειδικότεραστοίχιση Βικιλεξικό
    • αριστερή περασιά

Ετυμολογία

περασιά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερασιάπερασιές
Γενικήπερασιάςπερασιών
Αιτιατικήπερασιάπερασιές
Κλητικήπερασιάπερασιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →