Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περαστικός

/pe.ɾa.stiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άτομο που είναι περαστικό Βικιλεξικό
    • ακούστηκε ένα μπαμ και όλοι οι περαστικοί τρέξανε να δούνε τι έγινε

Ετυμολογία

περαστικός < (περνάω / περνώ) θέμα περασ- + -τικός :* και (ουσιαστικοποιημένο)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

περαστικός

/pe.ɾa.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περνάει: Βικιλεξικό
    • η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.
  2. που περνάει: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περαστικός < (περνάω / περνώ) θέμα περασ- + -τικός :* και (ουσιαστικοποιημένο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεραστικόςπεραστικήπεραστικό
Γενικήπεραστικούπεραστικήςπεραστικού
Αιτιατικήπεραστικόπεραστικήπεραστικό
Κλητικήπεραστικέπεραστικήπεραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεραστικοίπεραστικέςπεραστικά
Γενικήπεραστικώνπεραστικώνπεραστικών
Αιτιατικήπεραστικούςπεραστικέςπεραστικά
Κλητικήπεραστικοίπεραστικέςπεραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →