Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περαταριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αυτοσχέδια σχεδία για τη διάβαση ενός ποταμού, μιας λίμνης κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Η διέλευση των μεγάλων ποταμών ως τα μέσα του 20ού αιώνα, γινόταν και με ξύλινες σχεδίες, τις λεγόμενες περαταριές. (*)

Ετυμολογία

περαταριά < περατάρης + -ιά < περάτης < περνώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεραταριάπεραταριές
Γενικήπεραταριάςπεραταριών
Αιτιατικήπεραταριάπεραταριές
Κλητικήπεραταριάπεραταριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →