Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περατζάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το πέρασμα από κάποιο σημείο ή σημεία Βικιλεξικό
  2. το μέρος που πηγαινοέρχεται, κόβει βόλτες ή, απλά, περνάει πολύς κόσμος Βικιλεξικό
    • Η πρώην σου με κοιτάει περίεργα τα Σάββατα που την πετυχαίνω στην περατζάδα. (Σοφία Γκιούσου, Τα Μεταμεσονύχτια, Lulu Press Inc., 2012, σελ. 14)
    • Ένα μελαγχολικό Αυγουστιάτικο απόγευμα , η περατζάδα των ντόπιων στον δρόμο μπροστά απ' τη μικρή βεραντούλα μας είχε αρχίσει (Μαριάνθη Ντεβάκη, Λευκές Σελίδες για Άναρχα Όνειρα, εκδ. Ακακία, 2013)

Ετυμολογία

περατζάδα < περαντζάδα < *περάντζα + -άδα < πέρα + -άντζα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερατζάδαπερατζάδες
Γενικήπερατζάδαςπερατζάδων
Αιτιατικήπερατζάδαπερατζάδες
Κλητικήπερατζάδαπερατζάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →