περβάζι
•
- το κάτω μέρος της πόρτας ή παραθύρου Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Μάγκας, Κεφάλαιο ΙΑ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1935.
- 20ός αιώνας, ⌘ Άγγελος Τερζάκης, Του έρωτα και του θανάτου, [διηγήματα], έτος αρχικής έκδοσης: 1943, @google.gr/books
Ετυμολογία
περβάζι < τουρκική pervaz < περσική پرواز (parvāz, πέταγμα, επιστύλιο, στοά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περβάζι | περβάζια |
| Γενική | περβαζιού | περβαζιών |
| Αιτιατική | περβάζι | περβάζια |
| Κλητική | περβάζι | περβάζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →