περγαμηνή
•
- γραφική ύληδέρμα κατεργασμένο έτσι, ώστε να μπορεί κανείς να γράψει πάνω σε αυτό Βικιλεξικό
- το έγγραφο που είναι γραμμένο σε αυτή τη γραφική ύλη Βικιλεξικό
- στον πληθυντικότα πτυχία και οι τιμητικές διακρίσεις ενός επιστήμονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περγαμηνή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Περγαμηνή, θηλυκό του Περγαμηνός < Πέργαμος (Μικρασιατική πόλη, όπου κατασκευάζονταν περγαμηνές) :* (για το πτυχίο) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική parchemin :* Δείτε και το επίθετο περγαμηνός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περγαμηνή | περγαμηνές |
| Γενική | περγαμηνής | περγαμηνών |
| Αιτιατική | περγαμηνή | περγαμηνές |
| Κλητική | περγαμηνή | περγαμηνές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →