Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περγαμηνή

/peɾ.ɣa.miˈni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραφική ύληδέρμα κατεργασμένο έτσι, ώστε να μπορεί κανείς να γράψει πάνω σε αυτό Βικιλεξικό
  2. το έγγραφο που είναι γραμμένο σε αυτή τη γραφική ύλη Βικιλεξικό
  3. στον πληθυντικότα πτυχία και οι τιμητικές διακρίσεις ενός επιστήμονα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περγαμηνή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Περγαμηνή, θηλυκό του Περγαμηνός < Πέργαμος (Μικρασιατική πόλη, όπου κατασκευάζονταν περγαμηνές) :* (για το πτυχίο) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική parchemin :* Δείτε και το επίθετο περγαμηνός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεργαμηνήπεργαμηνές
Γενικήπεργαμηνήςπεργαμηνών
Αιτιατικήπεργαμηνήπεργαμηνές
Κλητικήπεργαμηνήπεργαμηνές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →