Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περδικίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πέρδικα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περδικίσιος < πέρδικα + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερδικίσιοςπερδικίσιαπερδικίσιο
Γενικήπερδικίσιουπερδικίσιαςπερδικίσιου
Αιτιατικήπερδικίσιοπερδικίσιαπερδικίσιο
Κλητικήπερδικίσιεπερδικίσιαπερδικίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερδικίσιοιπερδικίσιεςπερδικίσια
Γενικήπερδικίσιωνπερδικίσιωνπερδικίσιων
Αιτιατικήπερδικίσιουςπερδικίσιεςπερδικίσια
Κλητικήπερδικίσιοιπερδικίσιεςπερδικίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →