περδικοπάνι
•
- πανί που χρησιμοποιεί ο κυνηγός περδίκων, προκειμένου να μην φαίνεται από τα πουλιά που κυνηγάει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περδικοπάνι < πέρδικα + -ο- + πανί + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περδικοπάνι | περδικοπάνια |
| Γενική | περδικοπανιού | περδικοπανιών |
| Αιτιατική | περδικοπάνι | περδικοπάνια |
| Κλητική | περδικοπάνι | περδικοπάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →