περδικόστηθος
•
- λαϊκότροποπου το στήθος του είναι στητό όπως της πέρδικας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περδικόστηθος < πέρδικα + -ο- + στήθος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περδικόστηθος | περδικόστηθη | περδικόστηθο |
| Γενική | περδικόστηθου | περδικόστηθης | περδικόστηθου |
| Αιτιατική | περδικόστηθο | περδικόστηθη | περδικόστηθο |
| Κλητική | περδικόστηθε | περδικόστηθη | περδικόστηθο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περδικόστηθοι | περδικόστηθες | περδικόστηθα |
| Γενική | περδικόστηθων | περδικόστηθων | περδικόστηθων |
| Αιτιατική | περδικόστηθους | περδικόστηθες | περδικόστηθα |
| Κλητική | περδικόστηθοι | περδικόστηθες | περδικόστηθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →