περιέλευση
•
- το πέρασμα της εξουσίας ή της κατοχής από ένα πρόσωπο σε άλλο Βικιλεξικό
- νομικός όροςτο να περιέλθει στην κατοχή άλλου Βικιλεξικό
- η περιέλευση της κυριότητας στους κληρούχους
- Πρόταση για περιέλευση των 'αγνώστου ιδιοκτήτη' ακινήτων στους οικείους Δήμους (ΠΟΜΙΔΑ, e-foroloria.gr, 2019.06.17.)
Ετυμολογία
περιέλευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιέλευ(σις) (πηγαίνω γύρω γύρω) < περιελεύσομαι, μέλλοντας του περιέρχομαι (περιδιαβαίνω) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + έλευση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιέλευση | περιελεύσεις |
| Γενική | περιέλευσης | περιελεύσεων |
| Αιτιατική | περιέλευση | περιελεύσεις |
| Κλητική | περιέλευση | περιελεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →