περιήλιο
•
- αστρονομίατο σημείο της τροχιάς ενός σώματος γύρω από τον ήλιο, που βρίσκεται κοντύτερα σε αυτόν Βικιλεξικό
- Ο κομήτης φτάνει στο περιήλιο την Πέμπτη, η στιγμή εκείνη στην 6,5 ετών τροχιά του, που θα είναι πιο κοντά στον Ήλιο. … αναδεικνύει τις συναρπαστικές στιγμές που βιώνουμε στον κομήτη σε αυτή την ‘καυτή’ φάση του περιήλιου.
Ετυμολογία
περιήλιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα περιήλιον (μαρτυρείται από το 1825) < (λόγιο δάνειο) νεολατινική perihelium < αρχαία ελληνική περι- + ἥλιος, όπως από τη γαλλική périhélie ή την αγγλική perihelion. : Παλιότερα, και ως επίθετο «περιήλιος, -ος, -ον» (1897) < λόγιο δάνειο από τη γαλλική circumsolaire.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιήλιο | περιήλια |
| Γενική | περιήλιου / περιηλίου | περιηλίων |
| Αιτιατική | περιήλιο | περιήλια |
| Κλητική | περιήλιο | περιήλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →