περιαδράχνω
•
- σπάνιοαδράχνω κάποιον δυνατά και βίαια Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατακρίνω κάποιον αυστηρά κι απότομα, τον επιπλήττω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιαδράχνω < περι- + αδράχνω
Άλλοι τύποι
περιαδράχνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →