περιβαλλοντικός
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στο φυσικό περιβάλλον Βικιλεξικό
- Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων πρέπει να τηρείται: δα) η διαδικασία της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ... (Νόμος 1650 της 15/16.10.86. Για την προστασία του περιβάλλοντος.- (Α' 160).)
Ετυμολογία
περιβαλλοντικός < περιβάλλον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιβαλλοντικός | περιβαλλοντική | περιβαλλοντικό |
| Γενική | περιβαλλοντικού | περιβαλλοντικής | περιβαλλοντικού |
| Αιτιατική | περιβαλλοντικό | περιβαλλοντική | περιβαλλοντικό |
| Κλητική | περιβαλλοντικέ | περιβαλλοντική | περιβαλλοντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιβαλλοντικοί | περιβαλλοντικές | περιβαλλοντικά |
| Γενική | περιβαλλοντικών | περιβαλλοντικών | περιβαλλοντικών |
| Αιτιατική | περιβαλλοντικούς | περιβαλλοντικές | περιβαλλοντικά |
| Κλητική | περιβαλλοντικοί | περιβαλλοντικές | περιβαλλοντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →