Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιβεβλημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που περιβάλλεται από κάτι, το φοράει, συνήθως επίσημο ένδυμα ή σχετικό με την άσκηση εξουσίας Βικιλεξικό
    • περιβεβλημένος την εσθήτα (του αυτοκράτορα), την τιάρα, τα άμφια
  2. μεταφορικάπου περιβάλλεται από κάτι, έχει την αίγλη αυτού που τον περιβάλλει Βικιλεξικό
    • περιβεβλημένος με κύρος
    • περιβεβλημένος το μοναχικό σχήμα

Ετυμολογία

περιβεβλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου περιβάλλομαι

Άλλοι τύποι

περιβεβλημέναπεριβεβλημένεπεριβεβλημένεςπεριβεβλημένηπεριβεβλημένηςπεριβεβλημένοπεριβεβλημένοιπεριβεβλημένοςπεριβεβλημένουπεριβεβλημένουςπεριβεβλημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →