περιβεβλημένος
•
- που περιβάλλεται από κάτι, το φοράει, συνήθως επίσημο ένδυμα ή σχετικό με την άσκηση εξουσίας Βικιλεξικό
- περιβεβλημένος την εσθήτα (του αυτοκράτορα), την τιάρα, τα άμφια
- μεταφορικάπου περιβάλλεται από κάτι, έχει την αίγλη αυτού που τον περιβάλλει Βικιλεξικό
- περιβεβλημένος με κύρος
- περιβεβλημένος το μοναχικό σχήμα
Ετυμολογία
περιβεβλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου περιβάλλομαι
Άλλοι τύποι
περιβεβλημέναπεριβεβλημένεπεριβεβλημένεςπεριβεβλημένηπεριβεβλημένηςπεριβεβλημένοπεριβεβλημένοιπεριβεβλημένοςπεριβεβλημένουπεριβεβλημένουςπεριβεβλημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →