Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιβλέπτως

/pe.ɾiˈvle.ptos/επίρρημα
•
  1. λόγιομε εμφανή τρόπο, σε περίβλεπτη θέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιβλέπτως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιβλέπτως. Συγχρονικά αναλύεται σε περίβλεπτ(ος) + -ως.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →