Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιβολάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με περιβολάρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με περιβόλι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιβολάρικος < περιβολάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριβολάρικοςπεριβολάρικηπεριβολάρικο
Γενικήπεριβολάρικουπεριβολάρικηςπεριβολάρικου
Αιτιατικήπεριβολάρικοπεριβολάρικηπεριβολάρικο
Κλητικήπεριβολάρικεπεριβολάρικηπεριβολάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριβολάρικοιπεριβολάρικεςπεριβολάρικα
Γενικήπεριβολάρικωνπεριβολάρικωνπεριβολάρικων
Αιτιατικήπεριβολάρικουςπεριβολάρικεςπεριβολάρικα
Κλητικήπεριβολάρικοιπεριβολάρικεςπεριβολάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →