περιβολάρικος
•
- που έχει σχέση με περιβολάρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με περιβόλι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιβολάρικος < περιβολάρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιβολάρικος | περιβολάρικη | περιβολάρικο |
| Γενική | περιβολάρικου | περιβολάρικης | περιβολάρικου |
| Αιτιατική | περιβολάρικο | περιβολάρικη | περιβολάρικο |
| Κλητική | περιβολάρικε | περιβολάρικη | περιβολάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιβολάρικοι | περιβολάρικες | περιβολάρικα |
| Γενική | περιβολάρικων | περιβολάρικων | περιβολάρικων |
| Αιτιατική | περιβολάρικους | περιβολάρικες | περιβολάρικα |
| Κλητική | περιβολάρικοι | περιβολάρικες | περιβολάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →