Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιβολίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με περιβόλι ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιβολίσιος < περιβόλι + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριβολίσιοςπεριβολίσιαπεριβολίσιο
Γενικήπεριβολίσιουπεριβολίσιαςπεριβολίσιου
Αιτιατικήπεριβολίσιοπεριβολίσιαπεριβολίσιο
Κλητικήπεριβολίσιεπεριβολίσιαπεριβολίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριβολίσιοιπεριβολίσιεςπεριβολίσια
Γενικήπεριβολίσιωνπεριβολίσιωνπεριβολίσιων
Αιτιατικήπεριβολίσιουςπεριβολίσιεςπεριβολίσια
Κλητικήπεριβολίσιοιπεριβολίσιεςπεριβολίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →