περιδέραιο
•
- κόσμημα που φοριέται στο λαιμό με νήμα ή αλυσίδα απ' όπου εξαρτώνται κοσμήματα ή πολύτιμοι λίθοι (συνήθως, πιο βαρύτιμο από ένα απλό κολιέ) Βικιλεξικό
- ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
- ψήφοι περιδεραίου από άργυρο (Ελλάς: Η ιστορία και ο πολιτισμός του Ελληνικού έθνους από τις απαρχές μέχρι της πτώσης του Βυζαντίου, Εκδ. Οργ. Πάπυρος, 1997, σελ. 121)
Ετυμολογία
περιδέραιο < αρχαία ελληνική περιδέραιον, ουδέτερο του περιδέραιος < περί + δέρη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιδέραιο | περιδέραια |
| Γενική | περιδέραιου | περιδέραιων |
| Αιτιατική | περιδέραιο | περιδέραια |
| Κλητική | περιδέραιο | περιδέραια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →