Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιδιαβαίνω

ρήμα
•
  1. περπατώ και τριγυρνώ χωρίς σκοπό ή συγκεκριμένη κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

περιδιαβαίνω < μεσαιωνική ελληνική περιδιαβαίνω < αρχαία ελληνική διαβαίνω < βαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεριδιαβαίνωπεριδιαβαίνειςπεριδιαβαίνειπεριδιαβαίνουμεπεριδιαβαίνετεπεριδιαβαίνουν / περιδιαβαίνουνε
Παρατατικόςπεριδιάβαιναπεριδιάβαινεςπεριδιάβαινεπεριδιαβαίναμεπεριδιαβαίνατεπεριδιάβαιναν / περιδιαβαίναν / περιδιαβαίνανε
Αόριστοςπεριδιάβηκαπεριδιάβηκεςπεριδιάβηκεπεριδιαβήκαμεπεριδιαβήκατεπεριδιάβηκαν / περιδιαβήκαν / περιδιαβήκανε
Μέλλονταςθα περιδιαβαίνω / θα περιδιαβώθα περιδιαβαίνεις / θα περιδιαβείςθα περιδιαβαίνει / θα περιδιαβείθα περιδιαβαίνουμε / θα περιδιαβούμεθα περιδιαβαίνετε / θα περιδιαβείτεθα περιδιαβαίνουν / θα περιδιαβαίνουνε / θα περιδιαβούν / θα περιδιαβούνε
Παρακείμενοςέχω περιδιαβείέχεις περιδιαβείέχει περιδιαβείέχουμε περιδιαβείέχετε περιδιαβεί—
Υπερσυντέλικοςείχα περιδιαβείείχες περιδιαβείείχε περιδιαβείείχαμε περιδιαβεί——
Υποτακτικήνα έχω περιδιαβεί / να περιδιαβαίνω / να περιδιαβώνα έχεις περιδιαβεί / να περιδιαβαίνεις / να περιδιαβείςνα έχει περιδιαβεί / να περιδιαβαίνει / να περιδιαβείνα έχουμε περιδιαβεί / να περιδιαβαίνουμε / να περιδιαβούμενα έχετε περιδιαβεί / να περιδιαβαίνετε / να περιδιαβείτενα περιδιαβαίνουν / να περιδιαβαίνουνε / να περιδιαβούν / να περιδιαβούνε
Προστακτική—περιδιάβα / περιδιάβαινε——περιδιαβαίνετε / περιδιαβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →