περιεκτικότητα
•
- η ποσότητα κάποιου πράγματος ή υλικού που περιέχεται σε κάποιο άλλο πράγμα ή υλικό Βικιλεξικό
- Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500^οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται ενδιάμεση ανόπτηση για ανακρυστάλλωση προς αποκατάσταση της αρχικής τους ολκιμότητας. (Γιώργος Παπαδημητρίου, Αρχαιομετρικές μελέτες για την ελληνική προϊστορία και αρχαιότητα, επιμέλεια Γιάννης Βασιλάκος, Γιώργος Φακορέλλης, Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία, 2001, σελ. 599-600)
- η χωρητικότητα Βικιλεξικό
- για λόγοτο να είναι κάποιος περιεκτικός, η ιδιότητα του περιεκτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιεκτικότητα < περιεκτικός + -ότητα (μαρτυρείται από το 1877) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capacité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιεκτικότητα | περιεκτικότητες |
| Γενική | περιεκτικότητας | περιεκτικοτήτων |
| Αιτιατική | περιεκτικότητα | περιεκτικότητες |
| Κλητική | περιεκτικότητα | περιεκτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →