περιθωριοποιημένος
•
- που ζει στο περιθώριο, συνήθως επειδή εκεί έχει εξωθηθεί από ισχυρότερες δυνάμεις (κοινωνικές, εργασιακές κ.λπ.), απομονωμένος, μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιθωριοποιημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου περιθωριοποιώ
Άλλοι τύποι
περιθωριοποιημέναπεριθωριοποιημένεπεριθωριοποιημένεςπεριθωριοποιημένηπεριθωριοποιημένηςπεριθωριοποιημένοπεριθωριοποιημένοιπεριθωριοποιημένοςπεριθωριοποιημένουπεριθωριοποιημένουςπεριθωριοποιημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →