Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιθώριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άγραφο τμήμα γύρω-γύρω σε σελίδα τυπωμένου βιβλίου ή αντίστοιχο τμήμα σελίδας τετραδίου Βικιλεξικό
    • Μάλιστα στο περιθώριο διασώζεται η παρακάτω ιδιόχειρη σημείωσή του: «Αυτό το βιβλίο το αγόρασα ένα δουκάτο το 1507 στη Βενετία. Albrecht Dürer». (Βυζάντιο-Βενετία-Νεώτερος ελληνισμός, μία περιπλάνηση στον κόσμο της ελληνικής επιστημονικής σκέψης. Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 7-9 Νοεμβρίου 2003, 2004, σελ. 298)
  2. κατ’ επέκτασητο διάστημα, η απόσταση, χρονική ή υλική, που υπάρχει γύρω από κάτι που θεωρείται κεντρικό και κύριο Βικιλεξικό
    • Ο προσδιορισμός των «λόγων δημοσίας τάξης» που μπορούν να εμποδίζουν την επιστροφή ενός απελαθέντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου για την λήψη της σχετικής απόφασης οργάνου, στο οποίο οφείλει να αναγνωρισθεί καταρχήν ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης. (Ιωάννης Ν. Ανδρουλάκης, Η εκτέλεση της δικαστικής απέλασης και η άρση των συνεπειών της, εκδ. Πατάκης, 2017, σελ. 209)
  3. μεταφορικάη απόκλιση από αυτό που θεωρείται ως κοινωνικό πρότυπο και είναι μερικώς ανεκτή από την κοινωνία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιθώριο < ελληνιστική *περιθεώριον < ελληνιστική κοινή περιθεωρέω / περιθεωρῶ < περί + αρχαία ελληνική θεωρέω / θεωρῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική marge)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριθώριοπεριθώρια
Γενικήπεριθωρίου / περιθώριουπεριθωρίων
Αιτιατικήπεριθώριοπεριθώρια
Κλητικήπεριθώριοπεριθώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →