Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περικαρδιακός

/pe.ɾi.kaɾ.ði.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. καρδιολογίαπου έχει σχέση με το περικάρδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περικαρδιακός < περικάρδ(ιο) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερικαρδιακόςπερικαρδιακήπερικαρδιακό
Γενικήπερικαρδιακούπερικαρδιακήςπερικαρδιακού
Αιτιατικήπερικαρδιακόπερικαρδιακήπερικαρδιακό
Κλητικήπερικαρδιακέπερικαρδιακήπερικαρδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερικαρδιακοίπερικαρδιακέςπερικαρδιακά
Γενικήπερικαρδιακώνπερικαρδιακώνπερικαρδιακών
Αιτιατικήπερικαρδιακούςπερικαρδιακέςπερικαρδιακά
Κλητικήπερικαρδιακοίπερικαρδιακέςπερικαρδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →