περικαρδιακός
•
- καρδιολογίαπου έχει σχέση με το περικάρδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περικαρδιακός < περικάρδ(ιο) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περικαρδιακός | περικαρδιακή | περικαρδιακό |
| Γενική | περικαρδιακού | περικαρδιακής | περικαρδιακού |
| Αιτιατική | περικαρδιακό | περικαρδιακή | περικαρδιακό |
| Κλητική | περικαρδιακέ | περικαρδιακή | περικαρδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περικαρδιακοί | περικαρδιακές | περικαρδιακά |
| Γενική | περικαρδιακών | περικαρδιακών | περικαρδιακών |
| Αιτιατική | περικαρδιακούς | περικαρδιακές | περικαρδιακά |
| Κλητική | περικαρδιακοί | περικαρδιακές | περικαρδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →