περικνημίδα
•
- οπλισμόςσκληρό προστατευτικό κνήμης στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα Βικιλεξικό
- σωλήνας - ένδυμα κνήμης (ιατρικό, αθλητικό, για το κρύο κ.τ.λ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περικνημίδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περικνημίς από την αιτιατική ενικού «τὴν περικνημίδα» < περι- + αρχαία ελληνική κνημίς :* για προστατευτικά γενικής χρήσης: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική jambière Μορφολογικά αναλύεται σε περι- + κνημίδα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περικνημίδα | περικνημίδες |
| Γενική | περικνημίδας | περικνημίδων |
| Αιτιατική | περικνημίδα | περικνημίδες |
| Κλητική | περικνημίδα | περικνημίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →