περικοσμώ
•
- αρχαιοπρεπέςδιακοσμώ γύρω γύρω Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςλαμπρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περικοσμώ < ελληνιστική κοινή περικοσμέω < αρχαία ελληνική περί + κοσμέω / κοσμῶ < κόσμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περικοσμώ | περικοσμείς | περικοσμεί | περικοσμούμε | περικοσμείτε | περικοσμούν / περικοσμούνε |
| Παρατατικός | περικοσμούσα | περικοσμούσες | περικοσμούσε | περικοσμούσαμε | περικοσμούσατε | περικοσμούσαν / περικοσμούσανε |
| Αόριστος | περικόσμησα | περικόσμησες | περικόσμησε | περικοσμήσαμε | περικοσμήσατε | περικοσμήσαν / περικοσμήσανε / περικόσμησαν |
| Μέλλοντας | θα περικοσμήσω / θα περικοσμώ | θα περικοσμήσεις / θα περικοσμείς | θα περικοσμήσει / θα περικοσμεί | θα περικοσμήσουμε / θα περικοσμούμε | θα περικοσμήσετε / θα περικοσμείτε | θα περικοσμήσουν / θα περικοσμήσουνε / θα περικοσμούν / θα περικοσμούνε |
| Παρακείμενος | έχω περικοσμήσει | έχεις περικοσμήσει | έχει περικοσμήσει | έχουμε περικοσμήσει | έχετε περικοσμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περικοσμήσει | είχες περικοσμήσει | είχε περικοσμήσει | είχαμε περικοσμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περικοσμήσει / να περικοσμήσω / να περικοσμώ | να έχεις περικοσμήσει / να περικοσμήσεις / να περικοσμείς | να έχει περικοσμήσει / να περικοσμήσει / να περικοσμεί | να έχουμε περικοσμήσει / να περικοσμήσουμε / να περικοσμούμε | να έχετε περικοσμήσει / να περικοσμήσετε / να περικοσμείτε | να περικοσμήσουν / να περικοσμήσουνε / να περικοσμούν / να περικοσμούνε |
| Προστακτική | — | περικόσμει / περικόσμησε | — | — | περικοσμήστε / περικοσμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →