περικόπτω
•
- αφαιρώ, περιορίζω Βικιλεξικό
- ελαττώνω, μειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περικόπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περικόπτω < περι- + κόπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περικόπτω | περικόπτεις | περικόπτει | περικόπτουμε | περικόπτετε | περικόπτουν / περικόπτουνε |
| Παρατατικός | περιέκοπτα | περιέκοπτες | περιέκοπτε | περικόπταμε | περικόπτατε | περιέκοπταν / περικόπταν / περικόπτανε |
| Αόριστος | περιέκοψα | περιέκοψες | περιέκοψε | περικόψαμε | περικόψατε | περιέκοψαν / περικόψαν / περικόψανε |
| Μέλλοντας | θα περικόπτω / θα περικόψω | θα περικόπτεις / θα περικόψεις | θα περικόπτει / θα περικόψει | θα περικόπτουμε / θα περικόψουμε | θα περικόπτετε / θα περικόψετε | θα περικόπτουν / θα περικόπτουνε / θα περικόψουν / θα περικόψουνε |
| Παρακείμενος | έχω περικόψει | έχεις περικόψει | έχει περικόψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περικόψει | είχες περικόψει | είχε περικόψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περικόψει / να περικόπτω / να περικόψω | να έχεις περικόψει / να περικόπτεις / να περικόψεις | να έχει περικόψει / να περικόπτει / να περικόψει | να περικόπτουμε / να περικόψουμε | να περικόπτετε / να περικόψετε | να περικόπτουν / να περικόπτουνε / να περικόψουν / να περικόψουνε |
| Προστακτική | — | έχε περικομμένο / περίκοπτε / περίκοψε | — | — | περικόπτετε / περικόψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →