Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιλάλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπερίφημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιλάλητος < ελληνιστική κοινή περιλάλητος < αρχαία ελληνική περιλᾰλέω < λᾰλέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριλάλητοςπεριλάλητηπεριλάλητο
Γενικήπεριλάλητουπεριλάλητηςπεριλάλητου
Αιτιατικήπεριλάλητοπεριλάλητηπεριλάλητο
Κλητικήπεριλάλητεπεριλάλητηπεριλάλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριλάλητοιπεριλάλητεςπεριλάλητα
Γενικήπεριλάλητωνπεριλάλητωνπεριλάλητων
Αιτιατικήπεριλάλητουςπεριλάλητεςπεριλάλητα
Κλητικήπεριλάλητοιπεριλάλητεςπεριλάλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →