περιλαμβάνω
•
- περικλείω, περιέχω κάτι Βικιλεξικό
- το ρεπερτόριό της περιλαμβάνει παλιές και νέες επιτυχίες
- έχω μέλη, αποτελούμαι από κάτι Βικιλεξικό
- η ερευνητική ομάδα περιλαμβάνει ικανούς και έμπειρους επιστήμονες
- ειδικότεραέχω ως περιεχόμενο Βικιλεξικό
- το άρθρο του περιλάμβανε όλα τα τελευταία γεγονότα
- ενσωματώνω κάποιον ή κάτι σε ένα σύνολο, συνυπολογίζω Βικιλεξικό
- την τελευταία στιγμή θυμηθήκαμε να περιλάβομε και τους Τάδε στη λίστα των καλεσμένων
Ετυμολογία
περιλαμβάνω < περί + λαμβάνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →