περιμένω
•
- μένω στο ίδιο σημείο μέχρι να έρθει κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- Περιμένω τους φίλους μου.
- Περιμένω το λεωφορείο.
- αναμένω να συμβεί κάτι, κάνω υπομονή Βικιλεξικό
- Περιμένω να τελειώσει η ταινία.
- Κωνσταντίνος Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους (1904), στίχ. 1-2
- έχω ελπίδες για κάτι, προσδοκώ, ελπίζω Βικιλεξικό
- Περίμενα ότι η εκπομπή θα είχε μεγαλύτερα νούμερα.
Ετυμολογία
περιμένω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική περιμένω (περι- + μένω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιμένω | περιμένεις | περιμένει | περιμένουμε | περιμένετε | περιμένουν / περιμένουνε |
| Παρατατικός | περίμενα | περίμενες | περίμενε | περιμέναμε | περιμένατε | περίμεναν / περιμέναν / περιμένανε |
| Αόριστος | περίμενα | περίμενες | περίμενε | περιμέναμε | περιμένατε | περίμεναν / περιμέναν / περιμένανε |
| Μέλλοντας | θα περιμένω | θα περιμένεις | θα περιμένει | θα περιμένουμε | θα περιμένετε | θα περιμένουν / θα περιμένουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιμένει | έχεις περιμένει | έχει περιμένει | έχουμε περιμένει | έχετε περιμένει | έχουν περιμένει |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιμένει | είχες περιμένει | είχε περιμένει | είχαμε περιμένει | είχατε περιμένει | είχαν περιμένει |
| Υποτακτική | να έχω περιμένει / να περιμένω | να έχεις περιμένει / να περιμένεις | να έχει περιμένει / να περιμένει | να έχουμε περιμένει / να περιμένουμε | να έχετε περιμένει / να περιμένετε | να έχουν περιμένει / να περιμένουν / να περιμένουνε |
| Προστακτική | — | περίμενε | — | — | περιμένετε / περιμέντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →