περιοδεύω
•
- κάνω διαδοχικές επισκέψεις σε διάφορες περιοχές για συγκεκριμένο σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιοδεύω < ελληνιστική κοινή περιοδεύω με σημασία: περιπολώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιοδεύω | περιοδεύεις | περιοδεύει | περιοδεύουμε | περιοδεύετε | περιοδεύουν / περιοδεύουνε |
| Παρατατικός | περιόδευα | περιόδευες | περιόδευε | περιοδεύαμε | περιοδεύατε | περιοδεύαν / περιοδεύανε / περιόδευαν |
| Αόριστος | περιόδευσα | περιόδευσες | περιόδευσε | περιοδεύσαμε | περιοδεύσατε | περιοδεύσαν / περιοδεύσανε / περιόδευσαν |
| Μέλλοντας | θα περιοδεύσω / θα περιοδεύω | θα περιοδεύεις / θα περιοδεύσεις | θα περιοδεύει / θα περιοδεύσει | θα περιοδεύουμε / θα περιοδεύσουμε | θα περιοδεύετε / θα περιοδεύσετε | θα περιοδεύουν / θα περιοδεύουνε / θα περιοδεύσουν / θα περιοδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιοδεύσει | έχεις περιοδεύσει | έχει περιοδεύσει | έχουμε περιοδεύσει | έχετε περιοδεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιοδεύσει | είχες περιοδεύσει | είχε περιοδεύσει | είχαμε περιοδεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιοδεύσει / να περιοδεύσω / να περιοδεύω | να έχεις περιοδεύσει / να περιοδεύεις / να περιοδεύσεις | να έχει περιοδεύσει / να περιοδεύει / να περιοδεύσει | να έχουμε περιοδεύσει / να περιοδεύουμε / να περιοδεύσουμε | να έχετε περιοδεύσει / να περιοδεύετε / να περιοδεύσετε | να περιοδεύουν / να περιοδεύουνε / να περιοδεύσουν / να περιοδεύσουνε |
| Προστακτική | — | περιόδευε / περιόδευσε | — | — | περιοδεύετε / περιοδεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →