περιοδικότητα
•
- η ιδιότητα του περιοδικού, η επανάληψη ενός φαινομένου ανά τακτά χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιοδικότητα < (καθαρεύουσα) περιοδικότης < περιοδικός + -ότης/-ότητα < περίοδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιοδικότητα | περιοδικότητες |
| Γενική | περιοδικότητας | περιοδικοτήτων |
| Αιτιατική | περιοδικότητα | περιοδικότητες |
| Κλητική | περιοδικότητα | περιοδικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →