περιοδολόγηση
•
- η υποδιαίρεση σε χρονικές περιόδους κάποιου γνωστικού αντικειμένου με ιστορική διαδρομή Βικιλεξικό
- η περιοδολόγηση της ελληνικής γλώσσας σε αρχαία, μεσαιωνική και νεότερη είναι χρήσιμη για τη μελέτη κάθε ιστορικής της φάσης ξεχωριστά
Ετυμολογία
περιοδολόγηση < λόγιο ενδογενές δάνειο:απόδοση για τη γαλλική périodisation < ρήμα périodiser < αρχαία ελληνικήπερίοδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιοδολόγηση | περιοδολογήσεις |
| Γενική | περιοδολόγησης | περιοδολογήσεων |
| Αιτιατική | περιοδολόγηση | περιοδολογήσεις |
| Κλητική | περιοδολόγηση | περιοδολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →