περιπέτεια
•
- η τροπή των καταστάσεων που δεν αναμένεται και προκαλεί έντονα συναισθήματα Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) η αρνητική εξέλιξη των γεγονότων, η ταλαιπωρία
- μεταφορικάμια σειρά από γεγονότα με απρόοπτα που προκαλούν αγωνία Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) η εναλλαγή των απρόοπτων
- αρχαία τραγωδίαη αιφνίδια μεταβολή του ήρωα από την ευτυχία στη δυστυχία, από την ελπίδα στην απόγνωση κ.λπ. και το αντίστροφο Βικιλεξικό
- λογοτεχνία / κινηματογράφοςγεγονότα με δράση, αγωνία, ένταση κ.λπ. Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) έργο ή ταινία με περιεχόμενο δράσης, αγωνίας, έντασης κ.λπ.
- η σύντομη κι επιφανειακή ερωτική σχέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιπέτεια < αρχαία ελληνική περιπέτεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιπέτεια | περιπέτειες |
| Γενική | περιπέτειας | περιπετειών |
| Αιτιατική | περιπέτεια | περιπέτειες |
| Κλητική | περιπέτεια | περιπέτειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →