περιπλέω
•
- πλέω γύρω από ξηρά Βικιλεξικό
- + ατιατιατικήπεριοδεύω πλέοντας κοντά στην ακτή Βικιλεξικό
- ο στόλος περιέπλευσε την ασιατική ακτή φτάνοντας στα Δαρδανέλια
Ετυμολογία
περιπλέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιπλέω. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + πλέω
Άλλοι τύποι
περιέπλεαπεριέπλευσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →