περιποιούμαι
•
- φροντίζω κάποιον ή κάτι με ιδιαίτερη προσοχή Βικιλεξικό
- αμετάβατοπεριποιούμαι τον εαυτό μου, φροντίζω, ευπρεπίζω την εμφάνισή μου Βικιλεξικό
- Περιποιήσου λίγο· δεν θα βγεις έξω έτσι όπως είσαι.
- ειρωνικότιμωρώ κάποιον Βικιλεξικό
- με σημασία: αποδίδω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιποιούμαι < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική curare < αρχαία ελληνική περιποιοῦμαι ("διαφυλάσσω για τον εαυτό μου") < περιποιῶ ("αποκτώ, κάνω κάτι να είναι ψηλά") :: η έκφραση περιποιώ τιμή < αρχαία ελληνική περιποιῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιποιούμαι | περιποιείσαι | περιποιείται | περιποιούμαστε | περιποιείστε | περιποιούνται |
| Παρατατικός | περιποιούμουν | περιποιούσουν | περιποιούνταν | περιποιούμασταν / περιποιούμαστε | περιποιούσασταν / περιποιούσαστε | περιποιούνταν |
| Αόριστος | περιποιήθηκα | περιποιήθηκες | περιποιήθηκε | περιποιηθήκαμε | περιποιηθήκατε | περιποιήθηκαν / περιποιηθήκαν / περιποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα περιποιηθώ / θα περιποιούμαι | θα περιποιείσαι / θα περιποιηθείς | θα περιποιείται / θα περιποιηθεί | θα περιποιηθούμε / θα περιποιούμαστε | θα περιποιείστε / θα περιποιηθείτε | θα περιποιηθούν / θα περιποιηθούνε / θα περιποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω περιποιηθεί | έχεις περιποιηθεί | έχει περιποιηθεί | έχουμε περιποιηθεί | έχετε περιποιηθεί | έχουν περιποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιποιηθεί | είχες περιποιηθεί | είχε περιποιηθεί | είχαμε περιποιηθεί | είχατε περιποιηθεί | είχαν περιποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω περιποιηθεί / να περιποιηθώ / να περιποιούμαι | να έχεις περιποιηθεί / να περιποιείσαι / να περιποιηθείς | να έχει περιποιηθεί / να περιποιείται / να περιποιηθεί | να έχουμε περιποιηθεί / να περιποιηθούμε / να περιποιούμαστε | να έχετε περιποιηθεί / να περιποιείστε / να περιποιηθείτε | να έχουν περιποιηθεί / να περιποιηθούν / να περιποιηθούνε / να περιποιούνται |
| Προστακτική | — | περιποιήσου | — | — | περιποιείστε / περιποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →