περιπολικός
•
- που έχει σχέση με την περίπολο ή την περιπολία, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπεριπολικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιπολικός < περίπολος / περιπολία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιπολικός | περιπολική | περιπολικό |
| Γενική | περιπολικού | περιπολικής | περιπολικού |
| Αιτιατική | περιπολικό | περιπολική | περιπολικό |
| Κλητική | περιπολικέ | περιπολική | περιπολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιπολικοί | περιπολικές | περιπολικά |
| Γενική | περιπολικών | περιπολικών | περιπολικών |
| Αιτιατική | περιπολικούς | περιπολικές | περιπολικά |
| Κλητική | περιπολικοί | περιπολικές | περιπολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →